Τα πάνω κάτω με τη Novartis

Submitted by nikosal on Fri, 17/07/2020 - 12:05

Ο ελληνικός λαός είναι εμβρόντητος από τις εξελίξεις με τη Νοβάρτις. Ενώ στην Αμερική η εταιρία παραδέχθηκε το «ελληνικό» σκάνδαλο και πλήρωσε βαρύτατο πρόστιμο ειδικά για αυτό, στην Ελλάδα δεν συζητάμε το σκάνδαλο, αλλά διώκουμε αυτούς που από τη θεσμική τους θέση πήραν εντολή να το διερευνήσουν.

Αυτό είναι που λέμε «ήρθαν τα πάνω κάτω». Δεν δίνουν αυτές οι εξελίξεις στο κοινό την αίσθηση ότι υπάρχει δικαιοσύνη.

Σήμερα ποιος εξακολουθεί να διερευνά το σκάνδαλο; Αυτό το πάρτι των δισεκατομμυρίων στο φάρμακο και στις διαγνωστικές εξετάσεις, που κατέληξαν στα θησαυροφυλάκια εταιριών και στις τσέπες προσώπων και αποτέλεσε μια από τις αιτίες της καταστροφής και της χρεοκοπίας, ποιος το διερευνά πλέον;

Θα πείσει κανείς τον ελληνικό λαό που παρακολουθεί άλαλος τις εξελίξεις, ότι όλα αυτά γίνονταν χωρίς να πάρει κανείς μυρωδιά στις κυβερνήσεις και στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας; Όλη αυτή η απίστευτη σπατάλη δισεκατομμυρίων συνέβη κάτω από τη μύτη της πολιτικής ηγεσίας; Τέτοια ανικανότητα; Καμία εντολή, καμία συνενοχή, μόνο ασύλληπτη ανικανότητα; Και εν πάση περιπτώσει, το σκάνδαλο ο λαός το πλήρωσε με ανεργία και μνημονιακή φτώχεια. Από τους πολιτικούς δεν υπήρξε κανείς υπεύθυνος να πληρώσει;

Δεύτερο σημαντικό: βλέπουμε ότι υπάρχει ανοιχτή αντιπαράθεση εντός της Δικαιοσύνης. Δυο εισαγγελικοί λειτουργοί με τα ίδια στοιχεία, τις ίδιες γνώσεις και εμπειρία, κατέληξαν σε εκ διαμέτρου διαφορετικά πορίσματα. Εδώ είναι που πελαγώνει πλέον ο λαός μας κι αναρωτιέται: «Τι συμβαίνει; Εγώ ο αδύναμος, πώς θα βρω το δίκιο μου εντός της δικαστικής αιθούσης, όταν μπορώ να πέσω τη μια μέρα στον ένα και την άλλη στον άλλο δικαστή»;

Όλα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει σοβαρή κρίση στο χώρο της Δικαιοσύνης. Έχουμε φτάσει στο σημείο να βλέπουμε ανώτατους εισαγγελικούς λειτουργούς να αλληλοκατηγορούνται. Πρέπει λοιπόν ορισμένοι πολιτικοί να έχουν την ευφυΐα να δείχνουν τουλάχιστον κάποιες επιφυλάξεις σε αυτά που παρακολουθούμε, αντί να θριαμβολογούν. Είναι πολύ κοντόφθαλμη η προσέγγισή τους, τόσο που καταντά ύποπτη. Και έρχεται σε αντίθεση με το ποιόν παλαιότερων κυβερνήσεων, ακόμα και της Δεξιάς, πχ. επί Καραμανλή, που είχαν τουλάχιστον δείξει την πρόθεση να ασχοληθούν με τα παραδικαστικά κυκλώματα.

Σήμερα υπάρχει ανάγκη να απαντήσουμε στην ολοφάνερη κρίση στη Δικαιοσύνη που απειλεί το δημόσιο βίο. Να απαντήσουμε όμως με τρόπο θεσμικό και δημοκρατικό, γιατί διακρίνεται πλέον καθαρά από τις πολιτικές δηλώσεις αλλά και τα συμφραζόμενα, ότι η Νέα Δημοκρατία αναζητά αφορμή να μπει στη Δικαιοσύνη ως ταύρος σε υαλοπωλείο. Αδίστακτη παρέμβαση κάνει με το πόρισμά της και άλλους τρόπους -και δεν είναι η πρώτη φορά.

Η Δεξιά είχε πάντα -και εξακολουθεί να έχει- ισχυρά ερείσματα στο χώρο της Δικαιοσύνης, τα οποία έχει χτίσει σε βάθος δεκαετιών και θα ματώσει για να διατηρήσει. Χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι κυριαρχεί απολύτως ή ότι οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί είναι διαβρωμένοι στο σύνολό τους ή στην πλειοψηφία τους.

Υπάρχουν λαμπροί λειτουργοί που έχουν τιμήσει τον όρκο τους -η κυρία Τουλουπάκη πιστεύω ότι ανήκει σ’ αυτούς- και έχουν κρατήσει σε δύσκολες ιστορικές στιγμές τη Δικαιοσύνη όρθια. Χρειάστηκε όμως για να το κάνουν αυτό, να ορθώσουν το ανάστημά τους κόντρα σε ισχυρές πολιτικές και άλλες πιέσεις, με συνέπειες συχνά επώδυνες. Αλλά έτσι έμειναν στην ιστορία.

Όσοι από χθες επιχαίρουν με την δίωξη που ασκήθηκε στην εισαγγελέα Διαφθοράς, ας έχουν την ενόραση να φανταστούν πώς θα βλέπει η κοινωνία σε πενήντα χρόνια από σήμερα τη μη διερεύνηση του σκανδάλου Νοβάρτις -αν εκεί καταλήξουμε- και τη δίωξη των καταδιωκτών του.