Στην Ολομέλεια για τις εξορύξεις

Submitted by nikosal on Tue, 10/01/2019 - 18:35

Ομιλία του Νίκου Φίλη, τομεάρχη Παιδείας και βουλευτή Α΄ Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ, στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση για την κύρωση των συμβάσεων για εξορύξεις υδρογονανθράκων, την Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

~~~

H συζήτηση για την κλιματική αλλαγή, με τον επείγοντα χαρακτήρα που παίρνει λόγω των πραγματικών συνθηκών αλλά και υπό την πίεση των νεανικών διαδηλώσεαων, μου θυμίζει -σε μια της τουλάχιστον αναλογία- πώς άνοιξε στη χώρα μας, τελείως απρόσμενα, η συζήτηση για το χρέος, το 2010.

Τότε «έπεσαν ξαφνικά όλοι από τα σύννεφα» και δικαίως οι πολίτες αναρωτιόντουσαν «πώς φτάσαμε εδώ; γιατί οι πολιτικοί, οι ακαδημαϊκοί και οι γνωρίζοντες δεν μιλούσαν νωρίτερα»; Θα αφήσουμε τις νεότερες γενιές να αναρωτηθούν αύριο το ίδιο πράγμα για την κλιματική αλλαγή; «Πώς έφτασε η στάθμη της θάλασσας εδώ που έφτασε, πώς έφτασε το φαινόμενο του θερμοκηπίου εδώ που έφτασε, με τους πάγους να λιώνουν και ολόκληρα οικοσυστήματα να καταρρέουν»; Θα αφήσουμε να μας κατηγορήσουν ότι υπήρξαμε αδιάφοροι, άτολμοι και τελικώς άπραγοι; Ή θα πάρουμε μέτρα, τώρα;

Αλλά, κι αν πάρουμε μέτρα: θα έχουν ένα ουσιαστικό χαρακτήρα που θα φέρει αποτέλεσμα, ή θα λέμε απλώς ωραίες κουβέντες, με περιβαλλοντικά στολίδια για να αναπαραχθούν στα ΜΜΕ, ανοίγοντας την ίδια στιγμή με την ψήφο μας το δρόμο σε περισσότερες καύσεις ορυκτών και περισσότερα αέρια του θερμοκηπίου;

Υπάρχει ένα στοιχείο που τρομάζει και θέλω να το σκεφτούμε και να αναλογιστούμε πού βρισκόμαστε και πού πηγαίνουμε. Οι ανάγκες σε παραγωγή ενέργειας διαρκώς αυξάνονται. Το 1965 σε όλο τον πλανήτη η ενέργεια που καταναλώθηκε δεν ξεπερνούσε τις 45 χιλιάδες τεραβατώρες. Μια εικοσαετία μετά, το 1985 ήταν 75 χιλιάδες τεραβατώρες. Είχαν δηλαδή αυξηθεί 70%. Το 2015 ήταν 110 χιλιάδες τεραβατώρες και σήμερα εξακολουθούν να αυξάνεται.

Και τώρα πού βρισκόμαστε; Μήπως φτάσαμε ήδη στην οροφή και μπορούμε να «χαλαρώσουμε»;

Απάντηση: Οδεύουμε ταυτόχρονα σε αύξηση του πληθυσμού και σε αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης ενέργειας και άρα σε ραγδαία αύξηση της ανάγκης για ενέργεια. Εδώ λοιπόν να είμαστε καθαροί, γιατί κρυβόμαστε πίσω από όμορφες λέξεις όπως «εξοικονόμηση ενέργειας» ή «καθαρή ενέργεια». Όσο εξακολουθούμε να υπηρετούμε -ως ανθρωπότητα- και να χτίζουμε ένα σύστημα που συνδέει την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, την ανάπτυξη και την αύξηση των κερδών με την αύξηση της παραγόμενης ενέργειας, τότε θα είναι αδύνατο να αντιστρέψουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Και αυτό γιατί το μερίδιο των εναλλακτικών πηγών ενέργειας στην παγκόσμια παραγωγή ενέργειας και παραμένει χαμηλό και δεν προβλέπεται, για τεχνικούς λόγους, να γίνει αξιόλογο, τέτοιο που να έχει τη δυνατότητα να αντιστρέψει την κλιματική καταστροφή. Σήμερα παγκοσμίως δεν ξεπερνάει το 15% και δεν πρόκειται να ξεπεράσει το 20% στο ορατό μέλλον.

Είναι σαφές ότι οι στόχοι εκπομπών για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής δεν επιτυγχάνονται. Δεν καταγράφεται μείωση των αερίων του θερμοκηπίου ετησίως· αύξηση καταγράφεται. Αύξηση, που οδηγεί σε άνοδο της θερμοκρασίας κατά δύο βαθμούς μέχρι το 2050 και συνακόλουθα σε καταστροφές στο περιβάλλον και στις κοινωνίες.

Οι αρνητικές συνέπειες είναι γνωστές, ας μην επεκταθώ. Και θα γίνουν ακόμα δυσμενέστερες με την αποχώρηση των ΗΠΑ από το πρωτόκολλο του Παρισιού, μετά τη γνωστή καταστροφική απόφαση του Τραμπ. Τι χρειαζόμαστε λοιπόν σήμερα: Πρώτον και κύριο, αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης, ώστε να μειωθούν οι ενεργειακές ανάγκες. Αλλά φυσικά αυτό μόνο απλό δεν είναι. Είναι αντίθετα μια πολιτική επιλογή μεγάλης βαρύτητας και συνεπειών, που το οικονομικό σύστημα από μόνο του, χωρίς να υποχρεωθεί, δεν θα την εφαρμόσει ποτέ.

Για αυτό έχουν τεράστια σημασία και αποτελούν πηγή αισιοδοξίας οι διαδηλώσεις των νέων που παρακολουθήσαμε την περασμένη βδομάδα σε όλο τον πλανήτη. Διαδηλώσεις που θα ενταθούν και είναι καθήκον μας να τις στηρίξουμε. Δεύτερον, αύξηση -με κανόνες και όρους- του ποσοστού εναλλακτικών και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μίγμα.

Πρόκειται για δύο βήματα μεγάλα και δύσκολα. Μόνο μια συμμαχία μεγάλων και εύπορων χωρών μπορεί να μπει μπροστά και να τραβήξει πίσω της, σιγά σιγά, όλο τον πλανήτη. Εξάλλου οι εύπορες χώρες είναι που παράγουν τους περισσότερους ρύπους που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου αλλά επίσης έχουν τις οικονομικές δυνατότητες. Ωφελήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, καθήκον να μπουν μπροστά σήμερα. Σε αυτή τη διαδικασία η Ελλάδα πρέπει να παίξει θετικό ρόλο.

Ρόλο που δεν είναι συμβατός με τους στόχους της εξορυκτικής βιομηχανίας. Εξάλλου, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η εξορυκτική βιομηχανία είναι πολιτικά αυτόνομη και υπηρετεί τα συμφέροντα κατά κύριο λόγο των ΗΠΑ και του μεγάλου ενεργειακού λόμπι. Όχι τα συμφέροντα της χώρας μας. Αλλά ακόμα και αν υπήρχαν γεωπολιτικά συμφέροντα για την Ελλάδα -πού; αναρωτιέμαι. Στο Ιόνιο;- ρωτώ: τα τοποθετούμε πράγματι υπεράνω των περιβαλλοντικών; Δίπλα στην Ολυμπία, δίπλα στη λιμνοθάλασσα του Μεσσολογγίου, δίπλα στον σεισμογενή Πατραϊκό Κόλπο; στον ορεινό όγκο της Ηπείρου; στη Κρήτη όπου οι εξορύξεις είναι δίπλα στη φωτιά της Μέσης Ανατολής; Μήπως ξεχνάμε την καταστροφή στο κόλπο του Μεξικού;

Σε αυτό το πλαίσιο έχω εκφράσει έγκαιρα την αντίθεσή μου με τις συμβάσεις εξόρυξης, η κύρωση των οποίων συζητείται σήμερα. Τον Απρίλιο 2018 υπέγραψα μαζί με τον τότε βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Γιώργο Δημαρά και δύο έγκριτους επιστήμονες κείμενο με το οποίο καλούσα την κυβέρνησή μας να μην επιμείνει σε ένα παραγωγικό σχέδιο ανάπτυξης που θέτει σε κίνδυνο το περιβάλλον και τον πλούτο ολόκληρων περιοχών σπαταλώντας την ίδια στιγμή αλόγιστα τους φυσικούς πόρους. Αντίθετα, συνεργαζόμενη η κυβέρνησή μας με την οικολογική Αριστερά, να παρουσιάσει ένα τελείως διαφορετικό μοντέλο, που να οδηγεί σε μια δίκαιη κατανομή του φυσικού πλούτου και σε ένα άλλο υπόδειγμα ζωής του πολίτη. Καταθέτω το κείμενο στα πρακτικά, μαζί με την σχετική ανακοίνωση των ελληνικών τμημάτων WWF και Greenpeace κατά των ίδιων συμβάσεων, όπου επισημαίνονται με τεκμηρίωση όλα τα περιβαλλοντικά προβλήματα αλλά ξετινάζεται η φιλολογία ότι θα βρούμε «χρήματα» στον πυθμένα της θάλασσας.

Στο μέλλον, σε δυο ή τρεις δεκαετίες, αν έχουμε μείνει αδρανείς, οι σημερινοί νέοι και αυριανοί στα πολίτες, θα στραφούν πίσω πίσω και θα κραυγάσουν «τι κάνατε»; Με ποιους θέλουμε να είμαστε τότε; Με εκείνους που ενήργησαν με ιδιοτέλεια, που αδιαφόρησαν όλως διόλου, ή με εκείνους που κόντρα στο ρεύμα πάσχισαν για μια άλλη, ριζικά διαφορετική, ενεργειακή πολιτική;

Η απάντησή είναι με τους δεύτερους. Με τα εκατομμύρια πολίτες που δίνουν την μάχη για το περιβάλλον στους δρόμους του πλανήτη. Θα δώσουμε τη μάχη για το περιβάλλον και την ανθρωπότητα και θα την κερδίσουμε. Με τα παιδιά, με την Γκρέτα, που πρέπει να καλέσουμε στη Βουλή, να την ακούσουμε. Όπως και στις διαδηλώσεις των παιδιών στο Σύνταγμα, εκεί μαζί τους, κάθε Παρασκευή. Εκεί είναι η πραγματική βουλή των Εφήβων, στις διαδηλώσεις, όχι στις διαδικασίες εσωτερικού χώρου. Να απαντήσουμε σε όσες προκλήσεις υπάρχουν, όπως στη δίωξη, την αγωγή εναντίον του δημάρχου Κερατσινίου από την πετρελαϊκή Oil One που όπως έχει καταγγελθεί βρωμίζει το περιβάλλον και καθιστά Σοβέζο την περιοχή.

Ακούστηκε κριτική ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μεταβάλλει θέση. Πρόκειται για μια θετική μετατόπιση. Προάγγελος μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Αρκεί όμως; Από το ακατανόητο «ναι» παραμονή των εκλογών να πάμε σήμερα σε ένα «παρών»; Κατά τη γνώμη μου όχι. Το ξεπούλημα που ετοιμάζεται για τα ΕΛΠΕ είναι πραγματικό πρόβλημα, αλλά είναι το έλασσον. Το μείζον είναι η κλιματική αλλαγή. Και αυτή υπήρχε και πριν τις εκλογές.

Είναι λάθος να μην κάνουμε αυτοκριτική μπροστά στην κοινωνία και την ελληνική νεολαία. Αυτή είναι η δύναμη της Αριστεράς. Να μπορεί να διορθώνει τα λάθη της και να κερδίζει συνειδήσεις των πολιτών σε μια γραμμή αλλαγής της κοινωνίας, σε μια γραμμή κοινωνικά και περιβαλλοντικά ισόρροπης ανάπτυξης.